«Κηρύχνω έναν καθάριο χριστιανισμό χωρίς αυτά τα στίγματα που τον παραμόρφωσαν και που βάρυναν ορισμένους ανάξιους υπηρέτες του Χριστού» Νίκος Καζαντζάκης
Η ανθρωπολογική πλεύρα του έργου στηρίζεται στην πιο γνωστή ιστορική βάση του ανθρώπου, για να την επαναδιαπραγματευτεί, θέτοντας εκ νέου το ζήτημα στο σημείο εκείνο που το άφησε ο Καζαντζάκης, στην ολοένα αυξανόμενη ανάγκη ύπαρξης ενός προτύπου Salvatoris mundi (=Σωτήρα του κόσμου). Η παρουσία του Χριστού ταξιδεύει μέσα στο χωροχρόνο για να υπομνήσει, αλλά και για να αποκαταστήσει το αδιάλλειπτο αίτημα της κάθαρσης. Η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται όχι μόνο στο πρόσωπο του Τζόσουα, αλλά σε κάθε εποχή και σε οποιοδήποτε περικείμενο, για να αναδείξει το κολοσιαίο έλλειμμα ανθρωπιάς. Η άνευ όρων παράδοση στη φιλαυτία και τον υλισμό παράγει μονάδες έτοιμες να συντρίψουν τον πλησίον. Μέσα από την ωμή γλώσσα της in yer face δραματουργίας, ο λόγος γίνεται καταγγελτικός και κυνικός. Ο άνθρωπος θα δοκιμάσει όλες τις πτυχές του κοσμικού βίου και θα νιώσει σε όλη την ένταση και έκτασή τους όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα, πάθη και παθήματα.
Ο εφησυχασμός που εκπορεύεται από την πίστη στο δόγμα, ενώ ικανοποιεί την ανάγκη του ανθρώπου να πιστεύει σ’ ένα σταθερό σημείο αναφοράς, κινδυνεύει θανάσιμα να εκφυλιστεί, γιατί η Αλήθεια αντανακλάται μόνο στο πρόσωπο του Άλλου (στην ετερότητα) και βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση μαζί της. Βασική προυπόθεση της σχέσης αυτής είναι η Αγάπη. Στην αντίθετη περίπτωση κυριαρχεί ο φόβος του Άλλου, ο φανατισμός και η μισαλλοδοξία. Σ’ αυτό το ανθρωπολογικό πλαίσιο έρχεται να προστεθεί η ομοφυλοφιλική ετερότητα. Ο συγγραφέας εγείρει με σθεναρό και δριμύ κριτικό πνεύμα το αίτημα της επαναπροσέγγισης της ανεκτικότητας της χριστιανικής θεολογίας, προκειμένου να αποκαταστήσει τον απολεσθέντα ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό της.
Αυτός ο στείρος δογματισμός διογκώνει το έλλειμμα ανθρωπιάς, παράγει νέες εστίες υποκρισίας, ψεύδους και κτηνωδίας και δίνει ισχυρό άλλοθι στην υπονόμευση της Αλήθειας. Αυτό εκφράζεται με κατάπτυστη ωμότητα και προκλητικότητα από το κοινωνικοπολιτισμικό πλαίσιο της ιστορίας. Η σερβιρισμένη γνώση τίθεται υπό διαπραγμάτευση ενώ στηλιτεύονται τα εξαμβλώματα της συντήρησης, ο άκρατος ατομισμός, η εξουσιολαγνεία, η εξαγορά του μυαλού και των συνειδήσεων, η αμορφωσιά, η διαφθορά, η προδοσία και η αποκτήνωση, τοίχοι που υψώνονται και αποπροσανατολίζουν από το δρόμο που οδηγεί στην ψυχή του Άλλου.
Το εναλλακτικό ταξίδι αυτογνωσίας που προσφέρει ο μικρόκοσμος του «Corpus Christi» ενεργοποιεί όλα τα ενδότερα κέντα του θυμικού κι αυτό αποτελεί εφηβική υπόθεση του καθενός ξεχωριστά, προκειμένου να επιτευχθεί η ποθητή ενηληκίωση –πραγμάτωση της ετερότητας. Το σώμα του Χριστού συνιστά τη σταθερή βάση αυτής της πραγμάτωσης, αφού σ’ αυτό τείνουν να ενσωματωθούν όλοι, σαν ένα είδος θείας κοινωνίας.
Ακόμη και η σκηνοθετική καθοδήγηση του Λαέρτη Βασιλείου πειθαρχεί σ’ αυτήν την υπερβατική κυριαρχία του σώματος, η οποία αναπληρώνει την έλλειψη κοστουμιών και σκηνικών στο σκηνικό χώρο.Οι γυναικείοι ρόλοι υποδύονται από άντρες. Σε ατομικό επίπεδο καθένας από τους 13 ηθοποιούς συστήνει τον εαυτό του και ξαναζεί το ρόλο της εφηβικής του ηλικίας, χτίζοντας με υποκριτική μαεστρία και σε συνθήκες πλήρους αυτονομίας μικρά επεισόδια-καρποί γόνιμων αυτοσχεδιασμών. Τα σώματά τους αλληλεπιδρούν και η κίνησή τους κατευθύνει τη δράση, ξαναγράφει την ιστορία και δημιουργεί θέατρο μέσα στο θέατρο του οράματος της ενηληκίωσης του ανθρώπου: «Μου αρέσουν οι γυναίκες και οι άντρες. Μου αρέσουν οι άνθρωποι».
Η οποιαδήποτε απόπειρα λογοκρισίας του εν λόγω θεατρικού έργου υπονομεύει τον Άνθρωπο ως αξία αυτοτελή, οντότητα ξεχωριστή και προσωπικότητα σεβαστή, γιατί χωρίς τον Άλλον, αλήθεια δεν υφίσταται.