Προσπερνώντας πρόσφατα την χρονιά του 2012 ακούσματα που μας εντυπωσίασαν και ίσως σταθήκαμε λίγο παραπάνω ήταν το Oshin των DIIV και το ντεμπούτο ep των Savages. Ακούγοντάς τα διαπιστώσαμε αδιαμφισβήτητα μία «παρελθοντολαγνεία» σε ήχους και φόρμες post punk - new wave περιόδου. «Αίσθημα» το οποίο αποκλείεται να μην σε οδηγήσει στην ιέρεια του είδους Siouxsie. Ο λόγος λοιπόν στο αριστουργηματικό “Juju”.Ας διαβάσουμε όμως την «παρτιτούρα» απο την αρχή.
H Susan Janet Ballion γεννήθηκε το 1957 στο Λονδίνο και στην εφηβεία της υπήρξε «γνήσιο τέκνο» του “Bromley Contingent”. Ενός όρου που επινοήθηκε από τα Αγγλικά μουσικά μέσα για τους πιστούς ακολούθους των πολύ πρώτων ημερών των Sex Pistols. Κάπου στο 1976 ορμώμενη απ’ το d.i.y «δόγμα» του punk αποφασίζει με τον Steve Severin να σχηματίσουν ένα δικό τους συγκρότημα. Και με άλλους δύο «δανεικούς» μουσικούς -ένας εξ αυτών ο Sid Vicious (αργότερα Sex Pistols)- κάνουν την παρθενική τους εμφάνιση στο ιστορικό Punk Festival του 100 club, χωρίς μέχρι τότε να έχουν ονοματίσει το εγχείρημα τους. Το 1978 με διάφορες αλλαγές στην σύνθεση, τους βρίσκει να κάνουν δισκογραφική αρχή, σαν Siouxsie and the Banshees με το “Scream”. Ακολουθούν τα “Join Hands” 1979 (όπου στην περιοδεία για τον δίσκο, κιθαρίστας των Banshees ήταν ο Robert Smith των Cure) και “Kaleidoscope” 1980.
1981, χρονιά που κυκλοφόρησε το “Juju”. Το «Ξόρκι» μένει για δεκαεπτά εβδομάδες στα U.K album charts και φτάνει στην έβδομη θέση .Με τον John McGeoch από το “Kaleidoscope” και μετά να αποτελεί μόνιμο μέλος των Banshees και να είναι ο μεγαλύτερος παράγον στην επιτυχία και επιδραστικότητα του “Juju” .Ο δίσκος «ανοίγει» με το “Spellbound”, ένα χαρακτηριστικό, ιδιαίτερα γρήγορο κιθαριστικό κομμάτι, δείγμα της τεχνικής του McGeoch το οποίο σε προϊδεάζει για τους ήχους που πρόκειται να ακολουθήσουν και στις υπόλοιπες συνθέσεις. Με την Siouxsie να ακούγεται «αιχμηρή» και «καταιγιστική» στον τρόπο που «πατάει» πάνω στις κιθάρες και στον ρυθμό που δίνει o (μετά από αυτόν τον δίσκο για χρόνια σύντροφος της) Budgie στα τύμπανα. “into the light” ένα «σκοτεινό» αλλά αρκετά μελωδικό τραγούδι. “Arabian Nights” με την Siouxsie σε πρώτο πλάνο και τον Severin στο μπάσο να δένει αρμονικά την αφήγηση της. Τέταρτο κομμάτι το “Halloween”. Με τον ρυθμό να επιταχύνει ξανά «επικίνδυνα» και την Siouxsie σε «υψηλές συχνότητες» που μοιάζουν να είναι προεκτάσεις των «γραμμών» του McGeoch. Επόμενη σύνθεση το “Monitor” που μαζί με το “Halloween” φαίνονται να είναι οι καλύτερες στιγμές του δίσκου. Στην ίδια ένταση. Με «κοφτερή» παραμόρφωση στην κιθάρα, τους Severin και Budgie να ακολουθούν εναλλάσσοντας αψεγάδιαστα ρυθμούς και φωνητικά βγαλμένα από «θρήνους». Όπως ακριβώς θέλει η μυθολογία να κάνουν τα πλάσματα που ονομάστηκαν Banshees. ”Nightshift” ένα κομμάτι «μονότονο» και «σκοτεινό» όπως το “Into the lights” που προηγήθηκε. Απ τα τρία τελευταία tracks “Sin In My Heart” , “Head Cut” και “Voodoo Dolly” ξεχωρίζουν τα δύο πρώτα που επαναφέρουν τον δίσκο σε «δυνατό» tempo και την Siouxsie στα γνώριμα «απόκοσμα» φωνητικά της.
Το συγκεκριμένο, τέταρτο Best seller, της Siouxsie και των Banshees έμελε να επηρεάσει σημαντικά -σύμφωνα με δική τους ομολογία- τον Robert Smith (Cure), που δήλωσε “Once a banshee ALWAYS a banshee” ,τον Johnny Marr (Smiths) ,τον Dave Navarro (Jane’s Addiction), τους πρόσφατους “T.V on the radio” και πολλές άλλες νέες μπάντες. Τα περιθώρια που αφήνει για να το αγαπήσεις ή όχι είναι τόσα όσα χωράνε πάντα στα διλλήματα. Οπότε έχουμε απλά να διαλέξουμε…