Η πόλη του Seattle βρίσκεται στον χάρτη της σύγχρονης μουσικής ιστορίας με έντονα κεφαλαία γράμματα, και δεν το οφείλει μόνο στον Jimi Hendrix, τη σκηνή του grunge, τους Sonics και τις Heart (τρεις τελίτσες εδώ…), αλλά και σε κάποιες ποιοτικές metal μπάντες της: από τους Queensrÿche, οι οποίοι μάλιστα έφτασαν μια μικρή περίοδο να απολαμβάνουν τεράστια φήμη χάρη στο MTV, τους Metal Church, με τις πολλές αλλαγές μελών που πιθανώς τους στέρησαν μία καλύτερη υστεροφημία, και τους αδικημένους Heir Apparent, των οποίων τα δύο άλμπουμ περικλείουν την πεμπτουσία του μελωδικού power metal αμερικάνικου τύπου, ως τους Sanctuary, από όπου ξεκινάει και η μικρή μας ιστορία. Οι Sanctuary λοιπόν, μετά από δύο εμβληματικά άλμπουμ (την εποχή, μάλιστα, που κυκλοφόρησαν το, κατά σειρά δεύτερό τους, Into The Mirror Black, είχαν βρεθεί στην Αθήνα για μία συναυλία μαζί με τους Fates Warning στο… Σινέ Άντζελα μετά από έκτακτη αλλαγή χώρου), αναγκάστηκαν να διαλυθούν εξαιτίας εσωτερικών διχονοιών για την μελλοντική κατεύθυνση της μπάντας, καθώς ήταν πολύ έντονες οι εκ των έσω (αλά και εξωγενείς) φωνές να μετατοπίσουν τη μουσική τους πιο κοντά στο grunge, που τότε άρχισε να ξεπερνάει τα όρια της τοπικής σκηνής για να κατακτήσει τον κόσμο (αναφερόμαστε στην περίοδο 1990-‘91). Από τις στάχτες των Sanctuary και με κάποιες προσθήκες, προέκυψαν οι περί ων ο λόγος Nevermore. Το πρώτο τους άλμπουμ, με τίτλο το όνομά τους, κέρδισε αμέσως οπαδούς με τη μοντέρνα (= πιο ρυθμική) οπτική του πάνω στη μουσική των Sanctuary, απωθώντας όμως τους συντηρητικότερους παλιούς fans. Κοιτώντας πίσω με την ευχέρεια που μας δίνει η χρονική απόσταση και η γνώση των επόμενων βημάτων του συγκροτήματος, το πρώτο εκείνο άλμπουμ δεν είχε το ιστορικό εκτόπισμα που ενθουσιωδώς ευαγγελιζόταν ο ειδικός τύπος της εποχής, αλλά έπαιξε το ρόλο εισαγωγής του μεταλλικού κοινού στον ιδιαίτερο ήχο των Nevermore.
Ένα χρόνο και ένα ΕΡ (In Memory) μετά, οι Nevermore επέστρεψαν με ένα άλμπουμ σημαδιακό. Από εκεί και έπειτα, η φήμη τους θα μεγάλωνε ραγδαία. Ειδικά στην Ελλάδα, οι φωνές που κάποτε τους αποδοκίμαζαν ως support στους τότε κραταιούς Iced Earth, όχι εξαιτίας μιας υποτιθέμενης κακής απόδοσης αλλά εξαιτίας της άγνοιας του ιστορικού και της σημαντικότητάς τους, τώρα θα είχαν σοβαρούς λόγους να τους υποδεχθούν ως μεσσίες. Το metal βρισκόταν σε μία περίοδο που κατά κανόνα τα κλασικά συγκροτήματα κυκλοφορούσαν albums που αρκούνταν να συντηρήσουν το όνομά τους στην επικαιρότητα, αδύναμα να πυροδοτήσουν εξελίξεις, έτσι γίνονταν δεκτά με σχετική δυσπιστία. Οι ίδιοι οι οπαδοί αναζητούσαν ακόμη σαφείς διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των υπο-ειδών και παρέμεναν διασπασμένοι σε «power-άδες», «death-άδες», «black-άδες», «progressive-άδες» κ.ο.κ. Όμως το κλίμα της εποχής ήταν εξαιρετικό για την προώθηση αλλαγών. Χάρη στην τεράστια εμπορική τους επιτυχία, σκληρότερα και ρηξικέλευθα συγκροτήματα όπως Pantera, Faith No More, Fear Factory επηρέασαν μία σημαντική μερίδα νέων οπαδών, οι οποίοι ξεκινούσαν στο metal από διαφορετικές πλέον βάσεις, θεωρώντας πως η αλλαγή έπρεπε να έρθει μέσα από πιο έντονες μορφές έκφρασης (ας αποφύγουμε ακόμη τον χαρακτηρισμό «ακραίες», καθώς φαίνεται πως διαφέρει από εποχή σε εποχή). Επισης, νεότερα συγκροτήματα προερχόμενα από κάθε παρακλάδι του metal κυκλοφορούσαν δουλειές που θα αποτελούσαν μελλοντικά σημεία αναφοράς.
Μέσα από το πρίσμα εκείνης της εποχής, ο ήχος των Nevermore στα 1996 ακουγόταν ως ιδανική σύγκλιση τριών κόσμων. Το πρώιμο αμερικάνικο power συγχωνεύτηκε με την ορμητικότητα και το groove του death σε «κανονικά» τραγούδια prog νοοτροπίας εκτελεσμένα από εξαίρετους τεχνίτες. Οι κιθάρες των Loomis/O’Brien, με τις lead εμπνεύσεις του πρώτου και τους οργιώδεις ρυθμούς του δεύτερου, συνέθεταν μαζί με το rhythm section των Shepherd/Williams μία τετράδα ασυναγώνιστη: μία δίκαση διατρέχει τα κομμάτια σχεδόν ασταμάτητα αλλά με περισσή φαντασία, δρώντας συμπληρωματικά στην αγωνιώδη riff-ολογία επί των ανατολίτικων κλιμάκων, και δημιουργώντας το στιβαρότερο εφαλτήριο για να ξεδιπλώσει το ταλέντο του ένας από τους χαρισματικότερους ερμηνευτές που ανέδειξε το heavy metal. Ο Warrel Dane καταφέρνει να ξεχωρίσει μέσα από αυτό το σύνολο ισότιμων διακριθέντων. Αν και η κιθαριστική δουλειά του Jeff Loomis φέρεται δικαίως ως ακρογωνιαίος λίθος της μουσικής των Nevermore, η αλήθεια της ερμηνείας του Dane είναι που έδωσε στο γκρουπ τον αέρα που χρειαζόταν για να σκαρφαλώσει επίπεδο. Υπεκφεύγοντας σπάνια στις τακτικές εντυπωσιασμού που χρησιμοποιούσε στους Sanctuary (βλέπε επί μακρόν υψίσυχνα φωνητικά) αλλά διατηρώντας το φωνητικό του εύρος, έδινε έμφαση στη θεατρική διάσταση των στίχων που ο ίδιος έγραφε, ένιωθε κάθε αναπνοή του εκάστοτε ήρωα των τραγουδιών του αναπαριστώντας τον με καθηλωτική πειστικότητα. Και αν τα παραπάνω στοιχεία εμφανίζονταν εν μέρει και στο ντεμπούτο άλμπουμ, μαζί με την ηχητική επιμέλεια του έμπειρου παραγωγού και μόνιμου τότε συνεργάτη Neil Kernon, στο Politics Of Ecstasy αναπτύχθηκαν και ορθώθηκαν, συμπυκνωμένα μέσα σε σαφώς πιο καλοδουλεμένες συνθέσεις και ενορχηστρώσεις. Σκληρές ελεγείες για το ανθρώπινο είδος, όπως τα Seven Tongues Of God, This Sacrament και το Next In Line, διαδέχονται αργόσυρτα έπη, όπως το πονεμένο The Passenger και το doom ομώνυμο του δίσκου, για να ακολουθήσει ο κεραυνός του Lost με το ανάποδο μήνυμα-αναφορά στους Pink Floyd, το Tiananmen Man με την εναλλακτική οπτική πάνω σε μία διάσημη φωτογραφία, και το ως και σήμερα μυστηριώδες 42147 με τις συνεχείς ρυθμικές αλλαγές, για να κλείσει το άλμπουμ με το μεγαλεπήβολο The Learning, αγαπημένο πολλών οπαδών από την «παλιά» περίοδο της μπάντας, όπου ο προβληματισμός για τον εξανθρωπισμό των μηχανών οδηγεί στην δομικά απρόσμενη κάθαρση της λήξης, κάθαρση όμως όχι από την πλευρά του ανθρώπου… Όλα τα παραπάνω περικλείονται σε ένα εικαστικό πακέτο γεμάτο δυνατές εικόνες με σαφείς συμβολισμούς και κορεσμένους χρωματικούς τόνους.
Ένα σημαντικό σε έκταση τμήμα του The Politics Of Ecstasy μπορεί εναλλακτικά να αντιμετωπιστεί και ως φόρος τιμής στην κληρονομιά ιδεών του Timothy Leary, γκουρού των παραισθησιογόνων. Ο Warrel Dane φέρεται ως βαθιά επηρεασμένος από το ιδεολογικό πλαίσιο του αμφιλεγόμενου ακαδημαϊκού, κάτι που μπορεί να εξαχθεί ήδη από το πρώτο άλμπουμ των Nevermore, όπου περιλαμβάνεται τραγούδι-αγιογραφία με το όνομά του (και στο οποίο η τελειωτική κραυγή “Timothy Leary is dead” θα κάνει αυτούς που γνωρίζουν ότι ο Leary απεβίωσε ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ να ανασηκώσουν το αριστερό φρύδι). Ακόμη και ο τίτλος του άλμπουμ έχει ανασυρθεί από το συνώνυμο βιβλίο του. Οι θιασώτες αυτής της θεωρίας εντυπωσιάζονται πάντως το γεγονός ότι ο Dane πολύ σπάνια έχει αναφερθεί σε αυτόν στις συνεντεύξεις του, ενώ αντίθετα δεν ξαφνιάζει ότι ο ίδιος αποκαλεί τους, διαλυμένους πλέον, Nevermore ως «την μεγαλύτερη μπάντα που καταστράφηκε ποτέ από το αλκοόλ», πραγματώνοντας μάλιστα και την αυτοκριτική του για την κατάληξη αυτή.
Το Dreaming Neon Black που ακολούθησε θεωρείται από μία μεγάλη μερίδα οπαδών ως το μέγιστο έργο των Nevermore, κυρίως λόγω του συναισθηματικού εκτοπίσματός του – διότι ένας ταλαντούχος στιχουργός μπορεί να γράψει αριστουργήματα εμπνεόμενος από τις πικρές προσωπικές εμπειρίες του. Όμως στο Politics Of Ecstasy, εκτός του ότι παγιώνονται τα βασικά γνωρίσματα του ύφους των Nevermore, διατηρείται η χρυσή τομή μεταξύ της εμπνευσμένης στιχουργίας, των έξυπνων συνθέσεων και της θυελλώδους ορμής της μουσικής, φέρνοντας τα δύο έργα να κοιτάζονται στα μάτια. Αν έπρεπε να επιλέξω με απειλή όπλου ένα μόνο άλμπουμ των Nevermore για να πάρω μαζί μου στο ερημονήσι της γνωστής ερώτησης, θα επέλεγα σίγουρα το εδώ παρουσιαζόμενο.