Τον Richard Hawley τον γνωρίσαμε σαν κιθαρίστα των Pulp στην περίοδο του We Love Life και τον αγαπήσαμε μέσα από τις προσωπικές δουλείες του που κυκλοφόρησε την τελευταία δεκαετία. Ο Hawley κάλυψε επάξια την θέση ενός μοντέρνου crooner με τις εύθραυστες μελωδίες και την εκφραστική φωνή του. Οι αναφορές σε Roy Orbison, Scott Walker και φυσικά στον βασιλιά Elvis ήταν πανταχού παρούσες. Όσον αφορά την ενοχήστρωση των κομματιών πλήθος εγχόρδων συνόδευαν την ακουστική κιθάρα του. Όπως προείπαμε όμως ο Richard Hawley πέρα από crooner είναι και κιθαρίστας, οπότε υπό αυτό το πρίσμα προφανώς αποφάσισε να κυκλοφορίσει έναν rock δίσκο. Η αλλαγή ύφους στο Standing at the Sky’s Edge γίνεται έκδηλη με την πρώτη ματιά στο εξώφυλλο του δίσκου. Η συνηθισμένη σκουρόχρωμη φωτογραφία του ίδιου του Hawley στο εξώφυλλο πλέον αντικαθίσταται από μία ψυχεδελική απεικόνιση της φύσης προϊδεάζοντας και για το ηχητικό περιεχόμενό του.
Ηχητικά οι αλλαγή πλεύσης του Hawley γίνεται εμφανής από την έναρξη του δίσκου με το επτάλεπτο She brings the Light, στο οποίο κυριαρχούν οι bluesy κιθάρες με ψήγματα ανατολίτικων στοιχείων να εμφανίζονται σποραδικά (μήπως αυτό παραπέμπει σε Led Zeppelin; – ποιος θα το περίμενε αυτό να αναφερθεί σε κριτική για τον Richard Hawley…). Για την συνέχεια έχουμε στη σειρά το ομόνυνο κομμάτι του δίσκου, το Time will bring You Winter και Down in the Woods με παρεμφερή rock feeling και το φάντασμα των Verve να περιφέρεται πάνω τους. Κάπου εκεί αποφασίζει ότι έφτασε ο καιρός να θυμηθεί τον παλιό του εαυτό με συνέπεια στο δεύτερο μέρος του δίσκου οι τόνοι να πέφτουν , η ατμόσφαιρα να γίνεται νυχτερινή οπότε και πιο συναισθηματική. Το Seek It ξεπηδά κατευθείαν από το Coles Corner, ενώ και τα Don’t Stare at the Sun και The Wood Collier’s Grave φέρνουν στον νου τον κλασσικό ήχο του Richard Hawley που καθιέρωσε με τις προηγούμενες κυκλοφορίες του. Πλησιάζοντας προς το τέλος βρίσκουμε το Leave Your Body Behind όπου οι ηλεκτρικές κιθάρες γίνονται ξανά πρωταγωνίστριες και επικά χωροδιακά φωνητικά επαναλαμβάνουν πολλές φορές τον τίτλο του κομματιού πάνω σε κιθαριστικά μπαράζ, ώσπου αυτός να γίνει πλήρως κατανοητός από τον ακροατή. Τελευταίο κομμάτι το Before, το οποίο περικλείει και τις δύο όψεις αυτού του δίσκου. Αρχικά χαμηλότονο με την φωνή του Hawley να κυριαρχεί και στη συνέχεια οι κιθάρες να δίνουν ένα πιο huge χαρακτήρα στη σύνθεση.
Πολύ πιθανό είναι ο Richard Hawley να ένιωσε εγκλωβισμένος στο μουσικό ύφος που υπηρετούσε με συνέπεια και μία αδυναμία να εξελίξει αυτόν τον ήχο. Οπότε μία ηχητική αλλάγη πλεύσης καθίσταται επιβεβλημένη. Το ζητούμενο σε αυτές τις περιπτώσεις είναι η αξία των συνθέσεων αυτές καθ’ αυτές. Εδώ όμως είναι που υστερεί το Standing at the Sky’s Edge σε σύγκριση με το Coles Corner για παράδειγμα. Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι ο Richard Hawley με την καινούρια κυκλοφορία μπορεί να μην καταφέρει να καθηλώσει το κοινό του, αλλά είναι ακόμα ικανός να δώσει σε αυτό αρκετές ενδιαφέρουσες στιγμές.