Η πρώτη προσωπική κυκλοφορία του Mark Lanegan από το 2004 είναι κομμένη και ραμμένη για να πυροδοτήσει αντιφατικές αντιδράσεις: πρόκειται για μία εξαιρετική δουλειά ή αντίθετα μία άνευρη συσσώρρευση στερεοτύπων; Το ειδικό βάρος του Mark Lanegan αφήνει κάποιες φορές λίγα περιθώρια για αντικειμενικές κρίσεις, είναι η αλήθεια. Μιλάμε για μία από τις καλύτερες φωνές, αλλά και ερμηνείες, στο rock, διαχρονικά. Σε αυτό προσθέστε και το όλο cult status που χαίρει και ευχερέστατα μπορεί να κατανοήσει κανείς γιατί τον τύπο αυτό, κακώς βεβαίως αφού ουδείς άμοιρος κριτικής, δύσκολα τον ακουμπάς. Το γεγονός αυτό συνιστά για μία δήθεν παράτολμη κατηγορία κριτικών, πρόκληση: είναι κάποιος καλός; Ευκαιρία να του επιτεθούμε: Η αρνητική κριτική πουλάει καλύτερα από την θετική, που λίγο έως πολύ είναι αναμενόμενη. Σε αναζήτηση μίας ψύχραιμης προσέγγισης, αναγκάζομαι να συνταχθώ με τους υποστηρικτές παρά με τους επικριτές. Παίρνοντας τα πράγματα από την αρχή, το Blues Funeral χαρακτηρίζεται από μία θεμελιώδη όσο και δημιουργική αντίθεση: Την ώρα που η συντριπτική πλειοψηφία του υλικού βασίζεται στα blues (στην πιο σκοτεινή εκδοχή τους, όπως μπορούν να φανταστούν όσοι γνωρίζουν τον Lanegan), την ίδια στιγμή δεν υπάρχει ούτε μία νότα σχεδόν, που να μην έχει υποστεί ηλεκτρονική επεξεργασία. Αν η όλη ιδέα εμφανίστηκε εν σπέρματι στο Bubblegum, εδώ πλέον έχουμε την πλήρη εφαρμογή της στην πράξη. Είναι άραγε μία απόπειρα να ακουστεί το υλικό πιο σύγχρονο; Μικρή σημασία έχει, τελικά. Το αποτέλεσμα είναι επιτυχές: Μαζί με τον Al Johannes, που υπογράφει την παραγωγή, ο Lanegan κατορθώνει να συνταιριάξει απολύτως αρμονικά τα διάφορα μινιμαλιστικά ηλεκτρονικά drones με το - κατά τα λοιπά παραδοσιακών κατευθύνσεων - υλικό, κάτι που προσδίδει, ιδίως στα πιο χαμηλόφωνα κομμάτια, μία δωρικότητα καθ’ όλα ταιριαστή όχι με την φόρμα, αλλά με το πνεύμα των blues, εκεί δηλαδή που βρίσκεται η ουσία. Το Blues Funeral, κοντολογίς, επιτυγχάνει εκεί που απέτυχε το El Camino των Black Keys. Bεβαίως, ο δίσκος δεν είναι απαλλαγμένος από στερεότυπα. Αυτό, όμως, δεν είναι απαραιτήτως κακό, στο μέτρο που αυτά δεν γίνονται αυτοσκοπός: να υπενθυμίσουμε ότι τα blues, όπως και κάθε άλλη λαϊκή μουσική, στηρίζονται απόλυτα σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα, τόσο μουσικά όσο και στιχουργικά. Λογικό και αναμενόμενο είναι ο Lanegan να χρησιμοποιεί αρκετά από αυτά. To Bleeding Muddy Water, ας πούμε, στηρίζεται απολύτως στιχουργικά στο παραδοσιακό Muddy Water. Που το μεμπτό; Πουθενά, κατά την γνώμη μου. Άσε που όταν ακούς όλο αυτό από τον “μπαρουτοκαπνισμένο” από τις καταχρήσεις βαρύτονο Lanegan, είναι χιλιάδες φορές πειστικότερο από την άψυχη γκρίνια “κλασικών”, δήθεν, λευκών bluesmen (αληθινών ή κατά φαντασίαν): το θείο δώρο της φωνής του Lanegan, του προσδίδει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα σε σχέση με αυτούς, την στιγμή, μάλιστα, που ο ίδιος ο Lanegan δεν επιθυμεί να πολιτογραφηθεί ως τέτοιος, αλλά, δικαιολογημένα εν τέλει, ως rock μουσικός. Ας μείνουμε στην ουσία: το Blues Funeral αποτελεί έναν πραγματικά εξαιρετικό δίσκο. Προφανώς, δεν απευθύνεται σε ξαναμμένους ανήλικους. Σίγουρα όχι σε ανεγκέφαλους hipsters (υπάρχουν, αλήθεια, hipsters με εγκέφαλο;). Για τους υπόλοιπους, όμως, πιστέψτε με, είναι κάτι περισσότερο από καλός. Σε αυτόν ακούμε highlights όπως το ρυθμικό όσο και σκοτεινό Gravedigger’s Song, όπου το πάντρεμα blues/rock και ηλεκτρονικού ήχου βρίσκει απολύτως τον λόγο ύπαρξής του. Ακούμε, επίσης, δυνατά έως και ξεσηκωτικά rock κομμάτια σαν τα Quiver Syndrome και Riot In My House, σημείο αναφοράς του οποίου είναι οι Led Zeppelin, χωρίς τα ενοχλητικά τους στοιχεία (αντιλαμβάνομαι ότι η παρούσα κριτική πριν από κάποιες δεκαετίες θα κατέληγε στην αναπόφευκτη επικήρυξή μου από την, τότε κραταιά, rock νομενκλατούρα της απόλυτης κακογουστιάς και οπισθοδρόμησης…). Υπάρχει ακόμη το θαυμάσιο St Louis Elegy αλλά και η επιτυχέστατα τιτλοφορημένη έκπληξη Ode To Sad Disco, ένα synth pop κομμάτι που θα ηχούσε σαν φόρος τιμής στον Giorgio Moroder, αν τα blues δεν “μόλυναν” το τελικό αποτέλεσμα. Είχα πει ότι θέλω να διατηρήσω την αντικειμενικότητά μου, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις σαν και αυτήν, κάτι τέτοιο είναι δύσκολο. Ο Lanegan είναι σαν ένα πολύ καλό whiskey: ακόμη και αν δεν έχεις διάθεση για αλκοόλ, μισή γουλιά είναι αρκετή για να σε συνεπάρει. Το υπόλοιπο το απολαμβάνεις με κλειστά μάτια…